Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
Από τα τέλη του 2008 τέθηκε πλέον σε εφαρμογή ο Κανονισμός ΕΚ 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 στα πλαίσια προσπάθειας δημιουργίας ενός δικτύου επιδίωξης διευκόλυνσης επιδίκασης απαιτήσεων κατοίκων των κρατών μελών και χωρίς αυτή να προσκρούει στις δυσκολίες της διαφορετικότητας των διαφορετικών κρατικών νομικών συστημάτων. Ο εν λόγο κανονισμός θεσπίζει τη διαδικασία της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής. Η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής αναγνωρίζεται και εκτελείται σε όλα τα κράτη μέλη, εκτός από τη Δανία, χωρίς να απαιτείται η αναγνώριση της εκτελεστότητάς της. Ο κανονισμός εξασφαλίζει δηλαδή την ελεύθερη κυκλοφορία των ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής σε όλα τα κράτη μέλη, με τη θέσπιση πάγιων κανόνων, η τήρηση των οποίων καθιστά περιττή την οποιαδήποτε τυχόν ενδιάμεση διαδικασία στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την αναγνώριση και την εκτέλεση.
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Με αφορμή πρόσφατη υπόθεση που χειρίστηκα, ενδιαφέρον είναι να θίξω ένα ευαίσθητο ζήτημα, το οποίο μάλιστα πολλές φορές τυγχάνει αντικείμενο εκμετάλλευσης και διαφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων . Με τη λεγόμενη δικαστική συμπαράσταση, ένα άτομο χάνει τη δικαιοπρακτική ικανότητά του και τίθεται υπό τη δικαστική συμπαράσταση τρίτου προσώπου.
Οι όροι και προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της διαδικασίας αυτής, είναι σαφείς και συγκεκριμένοι και μάλιστα, οι προϋποθέσεις έχουν τεθεί περιοριστικά στο νόμο, προκειμένου να αποφευχθεί κατάχρηση του θεσμού του δικαστικού συμπαραστάτη και να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του συμπαραστατούμενου.
Κληρονομική διαδοχή
Ο αστικός Κώδικας ορίζει: Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά.
Ακολουθούν κάποιες γενικές πληροφορίες και σχετικά με το δικαίωμά Σας να αιτηθείται επίδομα ΕΚΑΣ.
Προϋποθέσεις:
ΟΡΘΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΙΡΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ
Συνήθως η προθεσμία κλήτευσης / κοινοποίησης αναγράφεται στην πράξη κατάθεσης του δικογράφου (τελευταία σελίδα) όπου ορίζεται το ελάχιστο χρονικό διάστημα έως την ημέρα της δικασίμου στο οποίο πρέπει να περιέλθει το δικόγραφο στον λήπτη του.
Ακολουθεί απόσπασμα της υπ αριθμ. 34/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται.
Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με το ν. 1334/1983. Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο. Και τούτο, για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, την οποία έχουν επικυρώσει και οι ΗΠΑ, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17-8- 1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (AΠ 1342/2007).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΛΟΓΩ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ
Περίτρανα αποδεικνύεται για άλλη μία φορά ότι τα ελληνικά δικαστήρια και αφουγκράζοντας την ανάγκη για ευρεία αποζημίωση των παθόντων και έπειτα από κάποιο ατύχημα, με τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 1848/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου στην οποία και για άλλη μία φορά αναφέρονται εκτενέστατα τα διάφορα κονδύλια που μπορούν με μία αγωγή αποζημίωσης να αιτηθούν και τη σωρρευτική άσκηση των αντίστοιχων αιτημάτων.
Ακολουθεί το αντίστοιχο απόσπασμα της εν λόγω απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που πρoξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του".
Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του
προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίος κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά και τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Oμως η αναπηρία η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από τηνεπέλευση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδράση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος.
Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτέλους εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τουςσχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της Α.Κ. 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την Α.Κ. 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου.
Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την Α.Κ. 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την Α.Κ. 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την Α.Κ. 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπων.
Άρθρο του Δικηγόρου Νυρεμβέργης και Αθηνών Σπυρίδωνα Σπυρίδη LL.M.
Στην καθημερινότητα και σε συναλλαγές με διάφορες υπηρεσίες στην Ελλάδα υπάρχει πλέον η τάση να μην γίνονται δεκτά αντίγραφα εγγράφων τα οποία έχουν επικυρωθεί από δικηγόρο. Το ότι η επικύρωση αντιγράφων από δικηγόρους είναι καθόλα έγκυρη υπενθυμίζει και το Συμβούλιο της Επικρατείας με πρόσφατη απόφασή του ( αριθ. απόφασης 1860/2008):
"Oι δικηγόροι εξακολουθούν να δύνανται - και μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας - να εκδίδουν, σύμφωνα με το άρθρο 52 του Κώδικα των Δικηγόρων, επικυρωμένα αντίγραφα κάθε είδους εγγράφων που κατέχουν, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και έγγραφα που εκδίδονται από δικαστικές αρχές, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από ειδικές διατάξεις.
Τέτοιες δε ειδικές διατάξεις δεν αποτελούν, όσον αφορά τα αντίγραφα ποινικού μητρώου, οι διατάξεις των άρθρων 6, 9, 10 και 11 του Ν. 1805/1988, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 573, 576, 577 και 575 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντίστοιχα, δοθέντος ότι δεν αποκλείεται από αυτές η επικύρωση αντιγράφων των οικείων εγγράφων που εκδίδουν οι δικαστικές αρχές (τα οποία ονομάζονται "αντίγραφα" ποινικού μητρώου) από δικηγόρους."
του Δικηγόρου Νυρεμβέργης και Αθηνών Σπυρίδωνα Σπυρίδη LL.M.
Σε περίπτωση κληρονομιαίας περιουσίας η οποία περιλαμβάνει κινητά και ακίνητα πράγματα που βρίσκονται σε διάφορες περιφέρειες, συχνό και εύλογο ερώτημα είναι αυτό των κληρονόμων εάν και πώς μπορεί να γίνει η εκτίμηση της περιουσίας αυτής και εάν πρέπει να οριστεί συμβολαιογράφος σε έκαστη περιφέρεια.
Η απογραφή διενεργείται από τον Συμβολαιογράφο. Αρμόδιος είναι ο Συμβολαιογράφος στην περιφέρεια της αρμοδιότητας του οποίου ευρίσκονται τα πράγματα. Σε περίπτωση κληρονομιάς, όταν πρόκειται να απογραφούν πράγματα ευρισκόμενα σε περισσότερες περιφέρειες, ο Συμβολαιογράφος μπορεί να ζητήσει τη μεταφορά των κινητών και την εκτίμηση των ακινήτων από τους πραγματογνώμονες, για να περιληφθούν και τα στοιχεία αυτά στην ίδια απογραφή, ένεκα της ενότητας της απογραφικής διαδικασίας και προς οικονομία χρόνου και δαπάνης και προκειμένου να μην προστίθεται στον εξ απογραφής κληρονόμο μεγαλύτερο βάρος από αυτό που ήδη έχει αποκτήσει από την επιβαλλόμενη από το νόμο υποχρέωση του για απογραφή.
Σε τέτοια περίπτωση (κληρονομιαίων πραγμάτων σε περισσότερες περιφέρειες), μπορεί να διατάξει την απογραφή ο Ειρηνοδίκης της περιφέρειας που βρίσκεται ένα από τα πράγματα. Ο διοριζόμενος Συμβολαιογράφος μπορεί να διενεργήσει στην έδρα του την απογραφή όλων των πραγμάτων, αν ζητήσει τη μεταφορά των κινητών και την εκτίμηση των ακινήτων από τους πραγματογνώμονες.»
ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ- ΠΡΟΣΤΙΜΑ
Άρθρο της Δικηγόρου Θεσσαλονίκης Βίκη Α. Καλανταρίδου, αποκλειστικής συνεργάτιδος της δικηγορικής μας εταιρείας στην ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης.Το Εθνικό Κτηματολόγιο είναι ένα ενιαίο και διαρκώς ενημερωμένο σύστημα πληροφοριών που καταγράφει τις νομικές, τεχνικές και άλλες πρόσθετες πληροφορίες για τα ακίνητα, με την ευθύνη και την εγγύηση του Δημοσίου. Η σύνταξη του αποσκοπεί στη δημιουργία ενός σύγχρονου, πλήρως αυτοματοποιημένου αρχείου ακίνητης ιδιοκτησίας, όλα τα στοιχεία του οποίου έχουν αποδεικτικό χαρακτήρα, αξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα και ασφάλεια των συναλλαγών.
Σκοπός του Εθνικού Κτηματολογίου:
- Καταγράφει με βάση το ακίνητο και όχι τον ιδιοκτήτη.
- Δεν καταγράφει απλώς την ιδιοκτησία του κάθε πολίτη, την κατοχυρώνει.
- Οριοθετεί για πρώτη φορά και αμετάκλητα τη δημόσια και δημοτική περιουσία.
- Προστατεύει μόνιμα τα δάση μας και τον αιγιαλό, έτσι ώστε να μην μπορούν να καταπατηθούν και να κτιστούν.
- Εγγυάται τις πληροφορίες που καταγράφει.
- Απλοποιεί τις μεταβιβάσεις ακινήτων και καταπολεμά τη γραφειοκρατία.
- Διαμορφώνει ασφαλές επενδυτικό περιβάλλον στην αγορά ακινήτων.
Κατά συνέπεια όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο δικαίωμα σε ακίνητο σε κάποιες από τις 107 υπό κτηματογράφηση περιοχές υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση Ν.2308/1995. Συγκεκριμένα, υποχρεωμένος να υποβάλει δήλωση είναι ο ιδιοκτήτης ακινήτου, ο οποίος έχει κυριότητα (πλήρη ή ψιλή) και κάθε δικαιούχος επικαρπίας, ο δικαιούχος οποιασδήποτε άλλης προσωπικής ή πραγματικής δουλείας, ο δικαιούχος εμπράγματης εσφάλειας, κατάσχεσης, εγγραπτέας αγωγής και κάθε δικαιούχος οποιουδήποτε άλλου εγγραπτέου δικαιώματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 2664/1998. Όποιος αποκτά δικαίωμα κατά την περίοδο συλλογής δηλώσεων υποχρεούται επίσης να υποβάλει δήλωση εντός μηνός από την απόκτηση του δικαιώματος, άσχετα εάν το δικαίωμα έχει ήδη δηλωθεί από τον προηγούμενο δικαιούχο. Τέλος υποχρέωση υποβολής έχουν και όσοι διαχειρίζονται ξένη περιουσία (π.χ. σύνδικος πτώχευσης, εκκαθαριστής διαθήκης κ.λ.π.).
Η δήλωση αφορά το δικαίωμα και όχι το ακίνητο. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που ένα ακίνητο ανήκει σε παραπάνω από ένα άτομο, πρέπει όλοι όσοι έχουν δικαίωμα σ’ αυτό, να το δηλώσουν. Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση υποβολής δήλωσης αφορά όλα τα ακίνητα των 107 περιοχών, είτε είναι αστικά, είτε αγροτικά, είτε είναι οικοδομημένα, είτε όχι.
Σημειώνουμε ότι τα απαραίτητα δικαιολογητικά που πρέπει να επισυνάψετε μαζί με το έντυπο της δήλωσης είναι: απλά φωτοαντίγραφα των τίτλων που τεκμηριώνουν τα δικαιώματα σας σε ακίνητα (π.χ. συμβόλαια), απλά φωτοαντίγραφα των πιστοποιητικών μεταγραφής των παραπάνω πράξεων, απλό φωτοαντίγραφο δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου. Επίσης, κατά την υποβολή της δήλωσης χρειάζεται επίδειξη εγγράφου από το οποίο να προκύπτει το ΑΦΜ του δηλούντος. Στην περίπτωση που τρίτος καταθέτει τη δήλωση σας απαιτείται απλή εξουσιοδότηση.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν.2308/1995, που διέπει τη σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου η προθεσμία υποβολής δηλώσεων για κατοίκους ημεδαπής και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ορίστηκε τελικώς στους έξι (6) μήνες από 17.06.2008 έως 30.12.2008. Βέβαια εξακολουθεί να γίνεται εκπρόθεση παραλαβή δηλώσεων με επιβολή προστίμου μέχρι και την πρώτη ανάρτηση των πινάκων, που θα πραγματοποιηθεί σε ενάμιση χρόνο από σήμερα.
Το ύψος του προστίμου έχει καθοριστεί ως εξής:
α) σε 70 ευρώ για δικαίωμα επί αδόμητου γεωτεμαχίου μικρότερου των 400 τ.μ. εντός αστικής περιοχής, σε 120 ευρώ για δικαίωμα επί αδόμητου γεωτεμαχίου μεγαλύτερου των 400 τ.μ. εντός αστικής περιοχής, σε 150 ευρώ για δικαίωμα επί γεωτεμαχίου με κτίσμα εμβαδού μικρότερου των 200 τ.μ. εντός αστικής περιοχής, σε 250 ευρώ για δικαίωμα επί γεωτεμαχίου με κτίσμα εμβαδού μεγαλύτερου των 200 τ.μ. εντός αστικής περιοχής.
β) σε 100 ευρώ για δικαίωμα διηρημένης ιδιοκτησίας μικρότερης των 200 τ.μ. εντός αστικής περιοχής, σε 250 ευρώ για δικαίωμα επί διηρημένης ιδιοκτησίας μεγαλύτερης των 200 τ.μ. εντός αστικής περιοχής, σε 50 ευρώ για δικαίωμα επί βοηθητικού χώρου εντός αστικής περιοχής.
γ) σε 70 ευρώ για δικαίωμα επί γεωτεμαχίου μικρότερο από 4 στρέμματα σε αγροτική περιοχή, σε 100 ευρώ για δικαίωμα επί αδόμητου γεωτεμαχίου μεγαλύτερο από 4 στρέμματα σε αγροτική περιοχή, σε 200 ευρώ για δικαίωμα επί γεωτεμαχίου μεγαλύτερο από 4 στρέμματα με κτίσμα σε αγροτική περιοχή.
δ) σε 70 ευρώ για δικαίωμα επί οιουδήποτε άλλου εγγραπτέου δικαιώματος που δεν εμπίπτει στις ανωτέρω περιπτώσεις.
Για εκπρόθεσμες δηλώσεις που υποβλήθηκαν μέχρι και τις 12.12.2008 τα ανωτέρω πρόστιμα θα επιβληθούν κατά το ήμισυ, με εξαίρεση τις δηλώσεις ιδιοκτησίας για τους βοηθητικούς χώρους, για τις οποίες δεν επιβάλλεται κανένα πρόστιμο μέχρι τις 12.12.2008.
Τέλος θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν επιβάλλεται κανένα πρόστιμο στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης προσήλθε εμπροθέσμως στο αρμόδιο γραφείο κτηματογράφησης και έλαβε σχετικό αποδεικτικό εμπρόθεσμης υποβολής προσέλευσης, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος δυνάμει διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε μέσα στον τελευταίο μήνα πρίν από την υποβολή της δήλωσης του και στις περιπτώσεις των δικαιωμάτων κυριότητας των Ο.Τ.Α. επί καταργούμενων κοινόχρηστων χώρων.